Κυριακή, 23 Μαρτίου 2014

ΑΣΤΙΚΕΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΗΝ «ΙΣΟΤΗΤΑ» Κοινός στόχος η φθορά της συνείδησης των γυναικών

«Ισες ευκαιρίες», «ίση μεταχείριση», «ισόρροπη εκπροσώπηση», προαγωγή της «ευημερίας» και της «σταθερότητας», μάχη ενάντια σε «πατριαρχικά» στερεότυπα και αντιλήψεις: Ολα τα προηγούμενα και ακόμη περισσότερα, που προβλήθηκαν πιο συστηματικά τις προηγούμενες μέρες με αφορμή την Παγκόσμια Μέρα της Γυναίκας, είναι δείγματα του διαστρεβλωμένου περιεχομένου που αποδίδεται στην ισότητα των φύλων, που φέρει την υπογραφή της ΕΕ και άλλων ιμπεριαλιστικών οργανισμών, που φέρει τη σφραγίδα κυβερνήσεων, αστικών και οπορτουνιστικών κομμάτων.
Στο σύνολό της η παραπάνω παρέμβαση δε στοχεύει μόνο στην αλλοίωση του αγωνιστικού και διεκδικητικού χαρακτήρα της 8ης Μάρτη, της Ιστορίας των εργατικών αγώνων ενάντια στην εκμετάλλευση και την ανισοτιμία που συνοδεύει τη συγκεκριμένη επέτειο και την καθιέρωσή της. Δεν αρκείται στην απόκρυψη του γεγονότος πως η μέρα αυτή δεν είναι αφιερωμένη γενικά στις γυναίκες αλλά στις γυναίκες εκείνες που βιώνουν την εκμετάλλευση, την ανεργία και τη φτώχεια, που στερούνται τις κοινωνικές υποδομές και υπηρεσίες που έχουν ανάγκη οι ίδιες και οι οικογένειές τους, που έρχονται αντιμέτωπες με αναχρονιστικές αντιλήψεις για τη θέση και το ρόλο τους.
Είναι μέρος της συνεχούς προσπάθειας της αστικής τάξης και των πολιτικών της εκφραστών να δώσουν στην «ισότητα» νόημα και περιεχόμενο κομμένο και ραμμένο στα δικά τους μέτρα και συμφέροντα. Να χρησιμοποιήσουν το υποτιθέμενο ενδιαφέρον τους για την «ισότητα» των γυναικών σαν ένα είδος βιτρίνας στην οποία η αντιλαϊκή πολιτική θα μοιάζει ακόμα και φιλική προς τις εργαζόμενες, τις άνεργες, τις νέες γυναίκες. Να συσκοτίσουν και να θολώσουν τις αιτίες του προβλήματος της ανισοτιμίας, να στοιχίσουν τις γυναίκες των λαϊκών στρωμάτων πίσω από πρότυπα που είναι ξένα στα δικά τους συμφέροντα, πίσω από αξίες εχθρικές για τα δικαιώματα και τις ανάγκες τους.
Κοινή συνισταμένη η χειραγώγηση
Χαρακτηριστικό είναι το άρθρο του Τζον Κέρι, υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, που φιλοξένησε το «ΒΗΜΑ» στην ηλεκτρονική του έκδοση κάτω από τον τίτλο: «Οι γυναίκες διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο στην Ειρήνη». Η συγκεκριμένη παρέμβαση έγινε στον άξονα της ενίσχυσης της συμμετοχής των γυναικών στη λήψη αποφάσεων και ειδικότερα στις «διαπραγματεύσεις για την ειρήνη». Πίσω από τα επιχειρήματα πως «ένας κόσμος που δημιουργεί ευκαιρίες για τις γυναίκες, δημιουργεί ακόμα περισσότερες προϋποθέσεις για ειρήνη, ευημερία, και σταθερότητα» και τους ισχυρισμούς πως «οι χώρες που εκτιμούν τις γυναίκες και υποστηρίζουν την πλήρη συμμετοχή τους στη διαδικασία λήψης αποφάσεων είναι πιο σταθερές, ευημερούσες και ασφαλείς», προωθείται η ενεργή εμπλοκή και η στράτευση των γυναικών στα σχέδια των ιμπεριαλιστών. Μάλιστα η συμμετοχή τους σε αυτά προβάλλεται ως βήμα προς την «ισότητα», από το οποίο προκύπτει όφελος τόσο για τις ίδιες όσο και το σύνολο της κοινωνίας. Εύγλωττα είναι τα παραδείγματα που φέρνει ο αρθρογράφος: Μεταξύ άλλων, αναφέρεται στις γυναίκες που συντάσσονται με το λεγόμενο «Ελεύθερο Συριακό Στρατό». Παραθέτει ακόμα ως πρότυπα γυναίκες διπλωμάτες και διαπραγματευτές και υπογραμμίζει πως «σήμερα, όλοι πλην ενός περιφερειακού αναπληρωτή υπουργού του Στέιτ Ντιπάρτμεντ είναι γυναίκες».
Αξίζει να σημειωθεί ότι αντίστοιχη προσπάθεια γίνεται από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, και μάλιστα σε μια περίοδο που οι ανταγωνισμοί ανάμεσα στις οικονομικές και στρατιωτικές ενώσεις των καπιταλιστών εντείνεται, με πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα για τα αποτελέσματα του ανταγωνισμού αυτού την περίπτωση της Ουκρανίας. Η ΕΕ με ψηφίσματα και εκθέσεις της έχει καλέσει τα κράτη - μέλη «να προωθήσουν ενεργά την αύξηση του αριθμού των γυναικών στις στρατιωτικές και μη επιχειρήσεις για τη διατήρηση της ειρήνης, ιδιαίτερα σε ηγετικές θέσεις», σε «θέσεις - κλειδιά για την ειρήνη και την ασφάλεια». Στο όνομα της «ισότητας» επιχειρεί να «δέσει» όσο πιο σφιχτά μπορεί τις γυναίκες των φτωχών λαϊκών στρωμάτων στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς, να τις κάνει, αν είναι δυνατόν, υποστηρικτές της αντιλαϊκής πολιτικής.
Αποπροσανατολισμός και κοροϊδία
Ευρείας προβολής έτυχαν τα αποτελέσματα της έρευνας του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ για τη βία κατά των γυναικών, καθώς η ΕΕ οργάνωσε εκδήλωση αφιερωμένη στο θέμα αυτό. Σύμφωνα με την έρευνα το 22% των γυναικών στην ΕΕ έχουν βιώσει σωματική ή σεξουαλική βία ενώ το 43% έχει υποστεί ψυχολογική κακοποίηση. Ομως οι διαπιστώσεις για την έκταση που παίρνει σήμερα το φαινόμενο, η γενικόλογη καταδίκη του και οι ανέξοδες υποσχέσεις για την εξάλειψή του, δε συμβάλλουν στην αποκάλυψη αλλά αντίθετα στη συσκότιση γύρω από τις αιτίες του προβλήματος. Η σωματική, λεκτική, ψυχολογική ή όποιας άλλης μορφής βία υφίστανται οι γυναίκες δεν προκύπτει σε κοινωνικό κενό. Καλλιεργείται στο δοσμένο κοινωνικό έδαφος, είναι φαινόμενο με συγκεκριμένες οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές αιτίες. Στο έδαφος, δηλαδή, της εκμετάλλευσης και των αντίστοιχων αξιών που υψώνονται πάνω σε αυτό, στα πρότυπα του ανταγωνισμού, της καταπίεσης, της επιβολής του ισχυρότερου.
Αξίζει να υπενθυμίσουμε την επιχειρηματολογία την οποία χρησιμοποιεί η ΕΕ, απέναντι στο φαινόμενο της βίας κατά των γυναικών: Εκτιμά ότι η βία «αποτελεί ένα εμπόδιο στην πλήρη συμμετοχή των γυναικών στην οικονομία, στην κοινωνία, στην πολιτική και την πολιτιστική ζωή και αυτό έχει σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις». Οσον αφορά το τελευταίο, υπολογίζει πως η βία κατά των γυναικών «κοστίζει» 228 δισεκατομμύρια ετησίως, από τα οποία 45 δισεκατομμύρια ευρώ αντιστοιχούν στο «κόστος» των δημόσιων και κρατικών υπηρεσιών και 24 δισεκατομμύρια ευρώ στην «απολεσθείσα οικονομική παραγωγή» λόγω του φαινομένου. Με δεδομένη την αφετηρία αυτή, τη λογική δηλαδή του υπολογισμού του «κόστους» της βίας και του «κέρδους» από τον περιορισμό της, δεν πρέπει να εκπλήσσει κανέναν το γεγονός ότι το φαινόμενο όχι μόνο δε μετριάστηκε κατά τη διάρκεια των τελευταίων χρόνων αλλά σήμερα καταγράφεται οξυμένο, αφού το έδαφος πάνω στο οποίο δημιουργείται παραμένει πρόσφορο.
Με το βλέμμα στραμμένο στις ευρωεκλογές
Μπροστά στις ευρωεκλογές, ανανεώνεται το ενδιαφέρον της ΕΕ, των κυβερνήσεων και των κομμάτων του ευρωμονόδρομου για τις ποσοστώσεις και τη συμμετοχή γυναικών στα λεγόμενα «Κέντρα Λήψης των Αποφάσεων». Μέσα από τη σχετική συζήτηση καλλιεργούν αυταπάτες πως η ανάδειξη περισσότερων γυναικών στο Ευρωκοινοβούλιο, αλλά και στα εθνικά κοινοβούλια, στις κυβερνήσεις και τα υπουργεία, συνολικά δηλαδή στα όργανα και τους θεσμούς της αστικής εξουσίας, μπορεί να επιφέρει αλλαγές στην πολιτική που αυτά ασκούν, να τη βελτιώσει σε όφελος των γυναικών της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων.
Αν και τίποτα από τα παραπάνω δεν είναι καινούργιο, η συζήτηση αναζωπυρώνεται σε ένα βαθμό, ώστε να συμβάλει στον εγκλωβισμό της δυσαρέσκειας, που στις σημερινές συνθήκες είναι αυξημένη, προκειμένου να μην μετατραπεί σε καταδίκη της ΕΕ και της στρατηγικής της. Οι γυναίκες της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων δεν πρέπει να τρέφουν καμία αυταπάτη: Η πολιτική καθορίζεται από την τάξη και όχι από το φύλο αυτών που την ασκούν. Εξάλλου, η ολομέτωπη επίθεση του κεφαλαίου, όχι μόνο με αντεργατικά μέτρα αλλά ακόμα και με στρατιωτικά μέσα, πραγματοποιείται με τη συμβολή των γυναικών της αστικής τάξης στις κυβερνήσεις και τα όργανα της ΕΕ, όπου εκπροσωπούν με συνέπεια και χωρίς καμία ταλάντευση την τάξη τους και τα συμφέροντά της.
Για τις εργαζόμενες, τις άνεργες, τις νέες γυναίκες το νόημα και το περιεχόμενο που δίνουν στην «ισότητα» η ΕΕ και τα κόμματα που τη στηρίζουν, μπορεί και πρέπει να γίνει κριτήριο ψήφου μπροστά στις επικείμενες εκλογικές μάχες. Να γίνει μια πλευρά της συνολικής καταδίκης της στρατηγικής τους και ένας ακόμα λόγος για την ενίσχυση του ΚΚΕ, της αντίληψής του για την κοινωνική ισότητα των φύλων και την κοινωνία στην οποία μπορεί αυτή να γίνει πραγματικότητα.

Ευτυχία ΧΑΪΝΤΟΥΤΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου